Τη θεωρία που λέει ότι οι μνήμες χαράσσονται και δεν μπορούν να σβηστούν από το μυαλό μας, αμφισβητεί έρευνα από το πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ, σύμφωνα με την οποία η ανάκληση επώδυνων αναμνήσεων υπό την επίδραση ενός φαρμάκου, της μετυραπόνης (metyrapone), μειώνει την ικανότητα του εγκεφάλου να επανακαταγράφει τα αρνητικά συναισθήματα που συνδέονται με αυτήν την ανάμνηση.
«Η μετυραπόνη, είναι ένα φάρμακο που μειώνει σημαντικά τα επίπεδα της κορτιζόλης, της ορμόνης του στρες που εμπλέκεται στην ανάκληση μνημών», εξηγεί η επικεφαλής της έρευνας Marie-France Marin, σύμφωνα με το Science Daily.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι όταν μειώνουμε τα επίπεδα της ορμόνης του στρες την ώρα που γίνεται ανάκληση ενός αρνητικού γεγονότος, μπορούμε να εξασθενίσουμε τη μνήμη για αυτό το αρνητικό γεγονός με αποτελέσματα μακράς διάρκειας, δήλωσε η Δρ. Sonia Lupien που διεύθυνε την έρευνα.
Οι κλινικές δοκιμές με 33 υγιείς εθελοντές άνδρες έδειξαν ότι η ουσία του έκανε να μην μπορούν -μέχρι και τέσσερις μέρες μετά την χορήγηση του φαρμάκου- να ανακαλέσουν τις πιο αρνητικές πλευρές μιας ιστορίας, ενώ δεν είχαν πρόβλημα να θυμηθούν τις συναισθηματικά ουδέτερες πλευρές. Μάλιστα, ακόμα και όταν η δράση της μετυραπόνης σταματούσε και το επίπεδο κορτιζόλης αυξανόταν, πάλι οι ίδιοι άνθρωποι συνέχιζαν να μην μπορούν να θυμηθούν και να «βιώσουν» τις οδυνηρές αναμνήσεις.
Η έρευνα δίνει ελπίδες σε ανθρώπους που υποφέρουν από σύνδρομα όπως η Μετατραυματική Διαταραχή Αγχους. «Τα ευρήματά μας μπορεί να βοηθήσουν τους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν τραυματικά γεγονότα, προσφέροντάς τους τη δυνατότητα να επανεγγράψουν το συναισθηματικό κομμάτι της μνήμης τους στη διάρκεια της θεραπείας», δήλωσε η Marin.
Η ουσία αυτή δεν διατίθεται στο εμπόριο, όμως παρόλα αυτά, τα αποτελέσματα της έρευνας είναι ελπιδοφόρα για μελλοντικές κλινικές θεραπείες. «Και άλλα φάρμακα μειώνουν τα επίπεδα της κορτιζόλης και περαιτέρω μελέτες με αυτά τα συστατικά θα μας επιτρέψουν να κατανοήσουμε καλύτερα τους μηχανισμούς του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη διαμόρφωση αρνητικών μνημών», πρόσθεσε η Marin.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στην Επιθεώρηση Κλινικής Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού (Journal of Clinical Endocrinology and Metabolism).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου